Πώς ξεκίνησε η διακονία

η ιστορία, όπως την διηγείται η Τζένιφερ Ρόμιλντ Τιούνχαγκ, η γυναίκα μέσω της οποίας ξεκίνησε η διακονία:

    Ήταν ήδη αργά όταν έφυγα εκείνη την νύχτα. Το πρόγραμμα της διακονίας προς τους πρόσφυγες, στην οποία υπηρετούσα, είχε κρατήσει περισσότερη ώρα και βιαζόμουν να γυρίσω σπίτι – από την μια λόγω της ώρας και από την άλλη εξαιτίας της περιοχής που βρισκόταν η διακονία. Η γειτονιά γύρω από την πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα, είναι ένας εφιάλτης της ανθρώπινης δυστυχίας. Ναρκομανείς αγοράζουν και κάνουν την δόση τους, άστεγοι πρόσφυγες ξεχύνονται στα πεζοδρόμια και τους δρόμους. Κοπέλες περιμένουν στις γωνίες και σε σκοτεινές εισόδους προσφέροντας το σώμα τους σε όποιον έχει να πληρώσει.

    Δεν είναι το μέρος στο οποίο θες να χαζολογάς. Αλλά καθώς πλησίασα στο τρόλλευ που θα έπαιρνα εκείνη την βραδιά, μια γυναίκα τράβηξε την προσοχή μου. Στεκόταν μπροστά από ένα παλιό ξενοδοχείο, προς άγραν πελατών. Σίγουρα δεν ήταν η πρώτη γυναίκα που είχα δει να εκδίδεται σε εκείνη την γειτονιά και σίγουρα δεν ήταν η μόνη γυναίκα που εργαζόταν εκείνη την νύχτα.

    Αλλά όταν την είδα, κάτι συνέβη μέσα μου. Νομίζω πως πρέπει να ήταν κάτι σαν αυτό που μας περιγράφεται στην Αγία Γραφή ότι αισθανόταν ο Χριστός όταν έβλεπε τα πλήθη, τους συμπονούσε και αισθανόταν την ανάγκη να κάνει κάτι γι αυτούς. Αισθάνθηκα πως το γεγονός ότι αυτή η γυναίκα μου κίνησε την προσοχή, ήταν σαν μια πρόσκληση. Αλλά δεν ήμουν σίγουρη τί είδους πρόσκληση… να κάνω τι…

    Άρχισα να προσεύχομαι.how-it-all-began-optimized         

    Στο διάστημα των επόμενων εβδομάδων ζητούσα από τον Θεό να ανοίξει δρόμο. Αν και ήμουν ήδη ιεραπόστολος, δεν είχα ιδέα πώς να προσεγγίσω μια γυναίκα που εκδιδόταν! «Δώσε μου έναν τρόπο να της μιλήσω, Κύριε», προσευχήθηκα. Ο Θεός δεν άργησε να απαντήσει.

    Ήταν πάλι αργά το βράδυ και άλλο ένα σύντομο πέρασμα από την περιοχή. Αυτή την φορά παρατήρησα πολλά άτομα έξω από το ξενοδοχείο: κάποιες γυναίκες και ένας πολύ εύσωμος άντρας. Που φορούσε μια κόκκινη φούστα. Είμαι σίγουρη ότι ακόμη και χωρίς τα τακούνια θα ήταν πολύ ψηλός… αλλά φορούσε ψιλοτάκουνες γόβες και μια μακριά ξανθιά περούκα. Καθώς τους πλησίασα, ήρθε προς εμένα. «Έχεις ώρα;», με ρώτησε. «Ελπίζω να εννοεί τι ώρα είναι», σκέφτηκα.

    Του έδειξα το ρολόι μου, με το χέρι απλωμένο καθώς περνούσα από δίπλα του. Δεν είχα προχωρήσει παραπάνω από μερικά βήματα, όταν αιθάνθηκα τον Θεό να κινείται και πάλι. «Πόσο δυστυχισμένος είναι αυτός ο άνδρας», αισθάνθηκα να μου λέει και αμέσως άρχισα να προσεύχομαι καθώς διέσχιζα τα δρομάκια μέχρι το σπίτι μου. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι κάτι το ασυνήθιστο για εμάς τους χριστιανούς. Ο Θεός βάζει ένα βάρος στην καρδιά μας και εμείς ανταποκρινόμαστε με το να το φέρουμε μπροστά Του. Αυτό που ήταν παράξενο, ήταν ότι δεν μπορούσα να σταματήσω να προσεύχομαι! Οι ικεσίες της προσευχής ξεχύνονταν από εμένα προς αυτόν τον άνδρα και την ζωή του. Αισθανόμουν σαν να περίμενε το πνεύμα του Θεού, κάποιον, να μεσιτέψει εκ μέρους αυτού του άνδρα. «Πρέπει να ξαναγυρίσω εκεί που τον είδα», μου ήρθε αμέσως η σκέψη.

    Κι αμέσως μόλις ήρθε αυτή η σκέψη, ήρθε και άλλη μια σκέψη. «Αυτό είναι ότι πιο ηλίθιο έχω ακούσει! Είναι 11 το βράδυ σε μια από τις επικίνδυνες περιοχές της πόλης. Και τι νομίζω ότι θα συνέβαινε, εάν θα πήγαινα πάλι πίσω;»

    Περπατούσα στο πεζοδρόμιο και έλεγα στον Θεό. «Εάν θέλεις να ξαναγυρίσω, τουλάχιστον πες μου τι θέλεις να κάνω!»

    «Ρώτα τους ποιο είναι το όνομα τους», μου είπε.